Το όνομα του Σπυρίδωνα Μπαλτατζή (Συρράκο ; - Αθήνα, 1907) έρχεται να προστεθεί στο μακρύ κατάλογο των ευεργετών του Πανεπιστημίου Αθηνών, δίπλα σε αυτά των Γεώργιου Αβέρωφ, Θεόδωρου Ι. Αρεταίου, Ευγένιου Ευγενίδη, Κωνσταντίνου Ζάππα, Νικόλαου Ζωσιμά, Δημήτριου Ι. Μπερναρδάκη, Σίμωνα Ι. Σίνα, Ανδρέα Δ. Συγγρού, Μιχαήλ Τοσίτσα και πολλών άλλων.... περισσότερα...
Στον Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή (Βερολίνο, 1873 – Μόναχ0, 1950), έναν από τους διαπρεπέστερους μαθηματικούς του προηγούμενου αιώνα με σπουδαία σταδιοδρομία σε πανεπιστημιακά ιδρύματα της Γερμανίας, ανέθεσε η ελληνική κυβέρνηση – διαμέσου του Ύπατου Αρμοστή Σμύρνης – το σπουδαίο έργο της οργάνωσης του Πανεπιστημίου Σμύρνης 83 ολόκληρα χρόνια μετά την ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών (1837) και 5 πριν τη δημοσίευση του ιδρυτικού νόμου για το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (1925). Η μετάκλησή του από τη Γερμανία τον Απρίλιο του 1920 οφείλεται εκτός από την εξαιρετική ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία και στην εμπειρία του στην οργάνωση πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, καθώς είχε ήδη αναλάβει και ολοκληρώσει τη δημιουργία του Πανεπιστημίου του Breslau (Wroclaw) στη σημερινή Πολωνία.
Γενικά, μετά το πέρας των Βαλκανικών και του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρχε η σκέψη στην Ελλάδα για τη δημιουργία άλλων δύο πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, με τη Θεσσαλονίκη και τη Σμύρνη να προκρίνονται ως προσφορότερες επιλογές, η πρώτη ως σημαντικότερη απελευθερωθείσα πόλη κατά τους Βαλκανικούς και η δεύτερη ως σύμβολο του ελληνισμού στην Ανατολή. Το στοιχείο, πάντως, που ένωνε τα δύο μεγάλα αστικά κέντρα ήταν ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας και η πολύ-πολιτισμικότητα. Η επιλογή της ιωνικής Σμύρνης αντί της βαλκανικής Θεσσαλονίκης δεν είναι βέβαιο αν ανήκει στον αρχιτέκτονα της Ελλάδας των «τριών ηπείρων και πέντε θαλασσών» πολιτικό Ελευθέριο Βενιζέλο ή τον φαναριωτικής καταγωγής διεθνούς φήμης επιστήμονα Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή – το σημείο αυτό εξακολουθεί να απασχολεί τους ιστορικούς – αποτελεί, ωστόσο, μια επιλογή πάνω από όλα πολιτική.
Ένας από τους όρους της Συνθήκης των Σεβρών (10.08.1920) προέβλεπε τη δυνατότητα ένωσης της ευρύτερης περιοχής της Σμύρνης με δημοψήφισμα που θα διεξαγόταν μεταξύ των κατοίκων εντός πενταετίας, ενώ προβλεπόταν ακόμη ο ορισμός Ύπατου Αρμοστή ως τοποτηρητή των συμμαχικών δυνάμεων και εγγυητή των όρων της συνθήκης. Τη λεπτή αυτή θέση ανέλαβε κατόπιν πρόσκλησης του φίλου του Βενιζέλου, ο εκκεντρικός και αμφιλεγόμενος Αριστείδης Στεργιάδης, με τον οποίο ο Καραθεοδωρή υπέγραψε σύμβαση συνεργασίας στις 27 Οκτωβρίου 1920. Με τη συμφωνία αυτή η Αρμοστεία ανέθετε την καθηγεσία του Πανεπιστημίου για πέντε χρόνια στο διαπρεπή μαθηματικό αντί μηνιαίας αποζημίωσης 4.000 δραχμών. Στόχος της ελληνικής κυβέρνησης, όπως ήταν φυσικό, ήταν η ένωση εξ ου και η απόφαση για τη δημιουργία Πανεπιστημίου που θα έθετε τις βάσεις για τη μέγιστη δυνατή αναπτυξιακή προοπτική σε όλα τα επίπεδα – οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό και, φυσικά, εκπαιδευτικό, ώστε να εξασφαλιστεί θετικό αποτέλεσμα στο μελλοντικό δημοψήφισμα. Ειδικότερα, η ίδρυση ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος απέβλεπε στην τεχνική ανάπτυξη της περιοχής, την καταπολέμηση των λοιμωδών νόσων, την προαγωγή της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, την εκπαίδευση διοικητικού και άλλου προσωπικού, την εκμάθηση και καλλιέργεια των ανατολικών και βαλκανικών γλωσσών.
Αν υποθέσουμε ότι η πιο πάνω ανάλυση αφορά στην «κυβερνητική» προσέγγιση για την ίδρυση του Πανεπιστημίου Σμύρνης, αυτή που φαίνεται ότι εξέφραζε ο οργανωτής του Πανεπιστημίου Καραθεοδωρή μπορεί να χαρακτηριστεί περισσότερο «ακαδημαϊκή» - πολιτιστική. Αντιλαμβανόμενος πλήρως την πολυπλοκότητα του περιρρέοντος κοινωνικού περιβάλλοντος στην πολύ-συλλεκτική, πολύ-εθνική και πολύ-θρησκευτική Σμύρνη, ο Καραθεοδωρή θέλησε να οργανώσει έναν υπερεθνικό διαπολιτισμικό εκπαιδευτικό θεσμό, βασισμένο μεν σε ευρωπαϊκά επιστημονικά πρότυπα, αλλά εντασσόμενο στο κοσμοπολίτικο περιβάλλον της τουρκικής Ανατολής. Κατά τον Γιώργο Αγγελόπουλο, επίκουρο καθηγητή του Πανεπιστημίου Μακεδονίας «το Πανεπιστήμιο Σμύρνης αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση, στην οποία επιχειρήθηκε, χωρίς στεγανά και αγκυλώσεις, η δημιουργία μιας οργανικής σύνδεσης ακαδημαϊκού χώρου και κοινωνικών αναγκών» με τον Καραθεοδωρή και τους συνεργάτες του «να αντιλαμβάνονται τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες και να τις συνδέουν με την ανάπτυξη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης». Αυτό που κυρίως ενδιέφερε τον Κωνσταντινουπολίτη και γνώστη των ιδιαίτερων συνθηκών που χαρακτήριζαν τα μικρασιατικά παράλια Καραθεοδωρή, ήταν η σύνθεση των διαφορετικών κοινωνικών, εθνικών και θρησκευτικών στοιχείων της Σμύρνης στο πλαίσιο ένταξης όλων των πληθυσμών στην Ελλάδα, ειδικά δε των μη ελληνικών. Υπό την έννοια αυτή προσπάθησε να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα κοινωνικού εκσυγχρονισμού και ένταξης διαφορετικών ανθρώπων σε ένα κοινό περιβάλλον που θα οδηγούσε μακροπρόθεσμα στην εμπέδωση των σχέσεων της Ελλάδας με τις γειτονικές της χώρες.
Στο Υπόμνημα που υπέβαλλε στον Ελευθέριο Βενιζέλο όταν του ζητήθηκε να αναλάβει το μεγάλο αυτό έργο, άλλωστε, σημειώνει:
Η αληθής κινητήριος δύναμις της προσεγγίσεως των λαών έγκειται εις την κοινότητα των συμφερόντων και ότι τα φώτα της εκπαιδεύσεως δύνανται, ως εκ του περισσού, να διαδραματίσουν το μέρος του καταλύτου εις τας χημικάς ενώσεις.
Και αλλού, για τον προσανατολισμό των προγραμμάτων σπουδών του Πανεπιστημίου:
Eν των κυρίων μέσων, τα οποία έχομεν εις την διάθεσίν μας δια να κατευθύνομεν την κίνησιν ταύτην και δια να μη αφήσομεν την τύχην να οδηγήσει μόνη τα πράγματα, συνίσταται εις την δημιουργίαν κέντρων σπουδών και παιδείας, καταλλήλων να αναπτύξουν τας φυσικάς σχέσεις, τας οποίας θα κληθή να αποκαταστήση η Eλλάς με άπαντας τους γείτονάς της.
Ο σκοπός, λοιπόν, του όλου εγχειρήματος με βάση τα λεγόμενά του είναι όχι η εθνική αφομοίωση, αλλά η πολιτιστική σύνθεση:
Κατά τον τρόπον αυτόν, θα επιτευχθεί η δραστηρίωσης της αμοιβαίας κατανοήσεως διαφορετικών λαών, διαβιούντων επί του αυτού εδάφους, άτε προϋπόθεσις ίνα δυνηθεί η Ανατολή, ύστερα από τόσους αιώνας πάλης, να επαναρχίση να ζη ζωήν κανονικήν.
Κατά συνέπεια, συμπέρασμα όλων των παραπάνω είναι ότι ο ιδρυτής του Πανεπιστημίου Σμύρνης, επιθυμούσε το υπό δημιουργία ακαδημαϊκό περιβάλλον της μικρασιατικής μεγαλούπολης να λειτουργήσει ως φάρος για την ειρήνευση της ταραγμένης ανατολής• επιθυμούσε την ειρηνική συνύπαρξη διαφορετικών λαών με σημείο αναφοράς την παιδεία. Δεν είναι τυχαία, άλλωστε, η ονομασία «Φως εξ Ανατολών» που έδωσε στο νέο ίδρυμα, η οποία παραπέμπει ταυτόχρονα στον υπερεθνικό του χαρακτήρα και στο ρόλο της εκπαίδευσης ως μέσο διαφωτισμού μιας περιοχής εντάσεων και διαφορών.
Προς την κατεύθυνση αυτή, άλλωστε, κινήθηκαν και οι επιλογές του τόσο αναφορικά στους συνεργάτες του καθηγητές, όσο και στην επιλογή των προσφερόμενων μαθημάτων και την κατάρτιση του προγράμματος σπουδών. Σε ό,τι αφορά το σχεδιασμό των σχολών, η αρχική ιδρυτική πρότασή του περιλάμβανε τις Σχολές: Μηχανικών (Χωροσταθμών και εργοδηγών), Γεωργική (Γεωπονικής και Φυσικών επιστημών), Εμπορικών Σπουδών, Εθνολογίας και Ανατολικών Γλωσσών . Αργότερα προστέθηκαν το Ινστιτούτο Υγιεινής, η Σχολή Δημοσίων Υπαλλήλων, το Ανώτερο Μουσουλμανικό Ιεροδιδασκαλείο και η Δημόσια Βιβλιοθήκη. Στις σχολές αυτές επρόκειτο να διδάξει επιστημονικό προσωπικό επιλεγμένο από τον ίδιο τον Καραθεοδωρή. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονταν ο Γεώργιος Ιωακείμογλου, καθηγητής στο Πανεπιστημίου Βερολίνου, για τη Μικροβιολογία• ο Φρίξος Θεοδωρίδης, διπλωματούχος του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης, για τη Φυσική• ο Π. Κυρόπουλος, επί σειρά ετών βοηθός του σπουδαιότερου φυσικοχημικού της εποχής Α. Tamann, για τη Χημεία• ο Θεολόγος Κεσίσογλου από την Καισάρεια με σπουδές γεωπονικής στο Βέλγιο και σπουδαίο έργο ως οργανωτής γεωργικών σχολών στην Κίνα, την Κολομβία και την Ουραγουάη, για την Αγρονομική Επιστήμη• οι Γερμανοί Heinrich Zeiss και Rödenwald για την Υγιεινή. Χαρακτηριστική είναι η ενθουσιώδης επιστολή (με ημερομηνία 18.10.1920, εννέα ημέρες την τυπική υπογραφή της σύμβασής του με την Αρμοστεία) που στέλνει στο φίλο και συνάδελφό του Μπουγιούκα:
Φίλε κ. Μπουγιούκα. Τέλος πάντων πραγματοποείται το προπολεμικόν σχέδιόν μου, του δευτέρου εν Ελλάδι Πανεπιστημίου. Ιδρύεται δε εν Σμύρνη. Θα ήτο μεγάλον ευεργέτημα και σημαντική βοήθεια εάν ηθέλατε και ηδύνασθε νε έλθητε και να προσφέρετε την επιστήμην σας προς το έργο τούτο, το οποίον είναι προορισμένον να διαχύσει τα φώτα του πολιτισμού εις την Ασιατικήν Ελλάδα και εις τα μέρη της Θράκης και της Μακεδονίας.
Εκτός του προσωπικού, ο Καραθεοδωρή είχε επίσης επιλέξει προσωπικά την επίπλωση του χώρου, ενώ πριν την άφιξή του στη Μικρά Ασία είχε φροντίσει να εφοδιαστεί με βιβλία και επιστημονικά όργανα. Η αγορά του κατάλληλου εξοπλισμού συνεχίστηκε και μετά την εγκατάστασή του στη Σμύρνη, μεγάλο μέρος της αλληλογραφίας του άλλωστε απευθύνεται στους προμηθευτές του Πανεπιστημίου. Ως κτίριο χρησιμοποιήθηκε ημιτελές νεόδμητο μέγαρο επί του λόφου Μπαχρή Μαμπά που αποπεράτωσε η Αρμοστεία. Περιλάμβανε 70 ευρύχωρες και ηλιόλουστες αίθουσες διδασκαλίας, αμφιθέατρο 320 θέσεων και μεγάλο περίβολο, ενώ ήταν άρτιο από άποψη υλικοτεχνικής υποδομής. Προσελήφθησαν, ακόμη, ο επί 12ετία υπάλληλος της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Βιέννης Dr. Carl Ausserer, ο μηχανουργός ο Erich Paschkewitz για την οργάνωση εργαστηρίων, η Κ. Γιωτούλα για το αρχιτεκτονικό γραφείο του Πανεπιστημίου και οι βοηθοί του Καραθεοδωρή μαθηματικοί Γρ. Χατζηβασιλείου και Νικόλαος Κρητικός.
Η Σμύρνη απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό στις 02.05.1919. Τρία χρόνια και κάτι αργότερα, στα τέλη Αυγούστου του 1922, κάηκε από τον επελαύνοντα τουρκικό στρατό του Κεμάλ, ένα μήνα πριν το Πανεπιστήμιο Σμύρνης αρχίσει επισήμως πια τη λειτουργία του. Η μικρασιατική εκστρατεία των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων κατέληξε στην Καταστροφή, τον ξεριζωμό και την προσφυγιά των Ελλήνων κατοίκων της Μικρασίας, γεγονός που σήμανε, φυσικά, και το τέλος του φιλόδοξου σχεδίου περί ίδρυσης πανεπιστημιακού ιδρύματος στην κοσμοπολίτικη μεγαλούπολη της Σμύρνης. Δεδομένου ότι ο Καραθεοδωρή είχε προχωρήσει αρκετά σε ό, τι αφορούσε το οργανωτικό κομμάτι, είχε την ευθύνη υλικού αρκετά μεγάλου όγκου και αξίας, το οποίο προσπάθησε να μεταφέρει με ασφάλεια εκτός Σμύρνης εν όψει των λεηλασιών• και τα κατάφερε σε αρκετά ικανοποιητικό βαθμό. Φυγάδεψε όσο υλικό και εξοπλισμό μπορούσε να πάρει μαζί του και λέγεται ότι έφυγε από την πόλη από τους τελευταίους αφού παρέδωσε συμβολικά το κλειδί του κτιρίου στον Νικόλαο Πλαστήρα. Το σύνολο της βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου, το μεγαλύτερο μέρος των επιστημονικών οργάνων, καθώς και το αρχείο – αλληλογραφία του Καραθεοδωρή με την Αρμοστεία, τους συναδέλφους του και τους προμηθευτές του υπό ίδρυση Πανεπιστημίου, διασώθηκε και πέρασε στην κατοχή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το αρχείο του Πανεπιστημίου Σμύρνης (ή αρχείο Καραθεοδωρή) περιλαμβάνει ένα σύνολο 1.000 περίπου εγγράφων που ψηφιοποιήθηκε και τεκμηριώθηκε εντασσόμενο στο Μέτρο 1.3, Πρόσκληση 172 της Κοινωνίας της Πληροφορίας. Περιλαμβάνει κυρίως επιστολές, χειρόγραφες ή δακτυλόγραφες, στην ελληνική, τη γερμανική, την αραβική και τη γαλλική γλώσσα, αλλά και χάρτες, αρχιτεκτονικά σχέδια, διαφημιστικές μπροσούρες κλπ. Το υλικό αυτό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ομοιογενές αναφορικά στα εξωτερικά του στοιχεία (είδος εγγράφου, γλώσσα στην οποία είναι γραμμένο κοκ), αλλά από άποψη περιεχομένου πρόκειται κατά βάση για την αλληλογραφία του Καραθεοδωρή με τις ελληνικές αρχές της πόλης (Αρμοστεία), αλλά και τη στρατιωτική ηγεσία, καθώς χρηματοδότης του όλου εγχειρήματος δεν ήταν άλλος από την ελληνική κυβέρνηση. Αυτό σήμαινε ότι ο Καραθεοδωρή ήταν υποχρεωμένος να αναφέρεται στον Ύπατο Αρμοστή για τις κινήσεις του, να αιτείται χρήματα και να αποδίδει λογαριασμό. Εξάλλου, εφόσον το ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Σμύρνης τελούσε ακόμη υπό διαδικασία ίδρυσης – διαμόρφωσης, ο Καραθεοδωρή είχε επικοινωνία με υποψήφιους διδάσκοντες καθηγητές, αρχιτεκτονικά γραφεία, εταιρείες εξοπλισμού, κατασκευαστές επιστημονικών οργάνων κοκ.
Η ανομοιογένεια των εξωτερικών στοιχείων, καθώς και το σύντομο χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο έπρεπε να ολοκληρωθεί το έργο οδήγησε στην απόφαση αντί χρονολογικής ή θεματικής ταξινόμησης να διατηρηθεί η διαίρεση του υλικού σε 24 φακέλους, οι οποίοι περιέχουν από 10 έως 100 έγγραφα ο καθένας, όπως ακριβώς βρισκόταν το αρχείο προ της διαδικασίας τεκμηρίωσης. Η επιλογή αυτή μπορεί να δημιουργεί χρονολογικά χάσματα αναφορικά στην καταγραφή του υλικού, σέβεται όμως την κατηγοριοποίηση του αρχικού επιμελητή του αρχείου (ο οποίος είναι άγνωστος), καθώς και την αρίθμηση των φακέλων (φάκελοι υπ. αρ. 250, 326, 394, 470, 560, 630, 655, 715, 790, 860, 900, 930, 977, 1045, 1055, 1065, 1105, 1155, 1230, 1380, 1400, 1410, 1450, 1480), η οποία αφορά στο σύνολο των εγγράφων που περιέχονται στο φάκελο. Στο αρχείο συμπεριλαμβάνονται, επίσης, ένας αριθμός εγγράφων, εκτός φακέλων και αρίθμησης που συμβατικά χαρακτηρίζονται για λόγους ταξινόμησης «λυτά».
Γενικά, η μελέτη του αρχείου του Πανεπιστημίου Σμύρνης προσφέρει στον ερευνητή την ευκαιρία να εξαγάγει πολύτιμα συμπεράσματα για την ιστορία της εκπαίδευσης, τον τρόπο εξοπλισμού και λειτουργίας ενός πανεπιστημιακού ιδρύματος, την κατάρτιση του προγράμματος σπουδών. Παράλληλα, λόγω των ειδικών ιστορικών συνθηκών το αρχείο αυτό, δίνει μίαν εικόνα της μικρασιατικής εκστρατείας διαφορετική από αυτή που προκύπτει από τη μελέτη των μαχών και των κρατικών ή στρατιωτικών εγγράφων• δίνει ένα στιγμιότυπο της ζωής των ακαδημαϊκών πολιτών εν μέσω πολέμου και αφηγείται την ιστορία της προσπάθειας οργάνωσης ενός υπερεθνικού και πολύ-πολιτισμικού θεσμού, την ίδια στιγμή που τα όπλα εκατέρωθεν των δύο στρατοπέδων υπηρετούν σκοπούς εθνικούς.
Η ψηφιοποίηση έγινε με φωτογραφική μηχανή και σαρωτή υψηλής ανάλυσης (600 dpi), ενώ για την τεκμηρίωση κάθε εγγράφου προκρίθηκε η λύση της χρήσης 14 θεματικών πεδίων (Κωδικός, Τίτλος Ενότητας, Τίτλος Εγγράφου, Αριθμός Πρωτοκόλλου/Κωδικός, Ημερομηνία, Τόπος, Είδος Εγγράφου, Γλώσσα, Συντάκτης, Παραλήπτης, Αναφερόμενα Πρόσωπα, Περιγραφή/Περιεχόμενο, Φυσική Περιγραφή, Τυπογραφείο), στα οποία έχει καταγραφεί κατακερματισμένη η πληροφορία που περιέχεται σε κάθε έγγραφο, με τη δυνατότητα, όμως, επιστροφής όλων των εγγεγραμμένων στοιχείων ανά έγγραφο στην περίπτωση που αυτό επιλέξει ο χρήστης. Τα θεματικά πεδία προέκυψαν και σχεδιάστηκαν μέσα από τη συγκριτική μελέτη των εγγράφων και την προσπάθεια εξεύρεσης κοινών χαρακτηριστικών μεταξύ τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε έγγραφο περιέχει πληροφορίες για κάθε θεματικό πεδίο.
Η συλλογή περιλαμβάνει βιβλία και έγγραφα, χειρόγραφα και δακτυλογραφημένα, που σχετίζονται με την λειτουργία του Πανεπιστημίου από την ίδρυσή του το 1837 μέχρι σήμερα, όπως το πρώτο Μητρώο των Φοιτητών, Πρωτόκολλα και Προγράμματα Μαθημάτων.
Η Συλλογή Επιστημονικών Οργάνων περιλαμβάνει όργανα Φυσικής, Χημείας, Αστρονομίας, Φαρμακευτικής και Ιατρικής. Η Συλλογή Επιστημονικών Οργάνων αποτελεί κυρίως μέρος μεγάλης συλλογής επιστημονικών οργάνων που βρίσκεται στο κτίριο του παλαιού Χημείου στη συμβολή των οδών Σόλωνος και Χαριλάου Τρικούπη.
ΤΟ ΕΚΠΑ φιλοξενεί στις συλλογές του περισσότερες από 270 προσωπογραφίες δωρητών, καθηγητών αλλά και σημαντικών προσωπικοτήτων που συνέδεσαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την δράση τους με το Πανεπιστήμιο. Αποτελούν όχι μόνο αναπόσπαστο κομμάτι της μακρόχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου, αλλά και σημαντικό τεκμήριο της νεοελληνικής ζωγραφικής.
Για το... περισσότερα...
Η συλλογή βιβλίων περιλαμβάνει τις πρώτες ελληνικές επιστημονικές εκδόσεις νομικής, ιατρικής, φυσικής, χημείας, αστρονομίας αλλά και ιστορίας, φιλοσοφίας, αρχαιολογίας, γλωσσολογίας, θεολογίας καθώς και άλλα έργα των πρώτων καθηγητών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Περιλαμβάνει, επίσης, παλαιές και σπάνιες εκδόσεις, έργα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, και σπάνιους ανατομικούς χάρτες.
Το Μουσείο Φυσικών Επιστημών και Τεχνολογίας ανήκει στη Σχολή Θετικών Επιστημών και στο Τμήμα Φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Mέχρι πρότινος το μουσείο στεγαζόταν στο κτίριο του Παλαιού Χημείου του Πανεπιστημίου Αθηνών στην οδό Σόλωνος 104, έργο του Γερμανού αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλλερ. Θεμελιώθηκε την 6η Ιουνίου 1887 και στα θεμέλια... περισσότερα...
Η Συλλογή Φυλλαδίων περιλαμβάνει φυλλάδια με λόγους πρυτανικούς και επετειακούς που εκφωνήθηκαν στην αίθουσα τελετών του Πανεπιστημίου, διδακτορικές διατριβές του 19ου αι., επιστημονικές ανακοινώσεις, ανάτυπα και περιοδικά.
Η συλλογή Σφραγίδων χρονολογείται από την ίδρυσή του Πανεπιστήμιου (1837) όταν ονομαζόταν ακόμα "Οθώνειον" και σύμβολό του ήταν ο θυρεός του Βασιλιά Όθωνα. Στη συλλογή περιλαμβάνονται, επίσης, σφραγίδες του Πανεπιστημίου με τις ποικίλες ονομασίες που του αποδόθηκαν όπως "Εθνικόν Πανεπιστήμιον", "Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον", "Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον" και "Πανεπιστήμιο Αθηνών", έπειτα... περισσότερα...